Επιδιδυμίτιδα

Η επιδιδυμίτιδα και η ορχίτιδα είναι λοιμώξεις των αντιστοίχων οργάνων της επιδιδυμίδας και του όρχι. Η επιδιδυμίτιδα και η ορχίτιδα παρουσιάζονται με έντονα συμπτώματα, κυρίως πόνο και οίδημα (πρήξιμο) στο όσχεο που ανησυχούν τον ασθενή, και προσβάλει όλες τις ηλικιακές ομάδες.
Η λοίμωξη αυτή πάντοτε ξεκινά από την επιδιδυμίδα προκαλώντας επιδιδυμίτιδα , και αν δεν θεραπευτεί εγκαίρως μεταδίδεται και στον όρχι προκαλώντας τη λεγόμενη ορχεοεπιδιδυμίτιδα.
Η επιδιδυμίδα είναι ένα όργανο το οποίο ουσιαστικά χρησιμεύει για τη μεταφορά των σπερματοζωαρίων από τον όρχι μέσω του σπερματικού πόρου. Η επιδιδυμίδα έχει σχήμα ημισελήνου και επικάθεται στο οπίσθιο τμήμα του όρχι. Χωρίζεται σε 3 μέρη, κεφαλή , σώμα, και ουρά. Η ουρά της επιδιδυμίδας συνδέται με τον σπερματικό πόρο ο οποίος μεταφέρει τα σπερματοζωάρια και μεταπίπτει στον εκσπερματιστικό πόρο , μέσω του οποίου τελικά τα σπερματοζωάρια εκβάλουν στην ανδρική ουρήθρα.
Η φλεγμονή της επιδιδυμίδας, η επιδιδυμίτιδα , είναι το αποτέλεσμα λοίμωξης που μπορεί να συμβεί στον προστάτη, στην ουρήθρα, ή μιας γενικότερης λοίμωξης του ουροποιητικού συστήματος, και μεταδίδεται με την ανιούσα οδό, δηλαδή προς τα πίσω, μέσω του σπερματικού πόρου.
Στις νεότερες ηλικίες τα πιο συχνά αίτια που προκαλούν επιδιδυμίτιδα είναι οι σεξουαλικώς μεταδιδόμενοι μικροοργανισμοί όπως τα χλαμύδια και ο γονόκοκκος. Σε μεγαλύτερες ηλικίες, και ιδιαίτερα όταν αρχίζουν τα προβλήματα της υπερτροφίας του προστάτη , της αποφρακτικής ούρησης, και της κατακράτησης ούρων στην κύστη, τα μικρόβια που ευθύνονται για τη δημιουργία επιδιδυμίτιδας είναι το κολοβακτηρίδιο ( Ε. coli ) , η ψευδομονάδα, ο εντερόκοκκος, και ο πρωτέας . Η επιδιδυμίτιδα σε σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να προκληθεί και από το μυκοβακτηρίδιο της φυματίωσης το οποίο μεταδίδεται μέσω της κυκλοφορίας του αίματος από άλλη εστία του οργανισμού ( π.χ. Πνεύμονες )
Τέλος, επιδιδυμίτιδα είναι δυνατό να εμφανιστεί και χωρίς την παρουσία μικροβίων. Η επιδιδυμίτιδα αυτή λέγεται άσηπτη ή χημική. Προκαλείται σε περιπτώσεις όπου τα ούρα παλινδρομούν μέσω του σπερματικού πόρου μετά από προστατεκτομή ή όταν υπάρχει ούρηση με υψηλές πιέσεις, π.χ. στη Νευρογενή κύστη, ή αποφρακτική ούρηση λόγω υπερτροφίας του προστάτη.

Επιδιδυμίτιδα – Κλινική εικόνα

Η έναρξη της επιδιδυμίτιδας είναι απότομη, και προκαλεί πολύ έντονα συμπτώματα. Η επιδιδυμίτιδα ξεκινά με πόνο στην περιοχή του όρχι , ο οποίος σταδιακά και μέσα σε διάστημα 1-3 ημερών γίνεται πολύ έντονος και προκαλεί έντονη δυσφορία στον ασθενή. Ο πόνος μπορεί να αντανακλά κατά μήκος του βουβωνικού καναλιού, προς το πλάγιο κάτω μέρος της κοιλιάς. Ταυτόχρονα η επιδιδυμίδα αρχίζει να διογκώνεται και να σκληραίνει. Όταν η φλεγμονή προχωρήσει, προσβάλλεται και ο όρχις και τότε ψηλαφούμε μία ενιαία μάζα, χωρίς να είμαστε σε θέση να διαχωρίσουμε την επιδιδυμίδα από τον όρχι ( ορχεοεπιδιδυμίτιδα). Δεν είναι σπάνια η εμφάνιση πυρετού που ενίοτε μπορεί να είναι υψηλός, καθώς και αισθήματος γενικευμένης κακουχίας. Το δέρμα του οσχέου γίνεται οιδηματώδες και εξέρυθρο.
Σε παραμελημένες περιπτώσεις επιδιδυμίτιδας , όπου η κατάλληλη αγωγή έχει καθυστερήσει, ή σε περιπτώσεις ανοσοκατασταλμένων ασθενών ή ασθενών με Σακχαρώδη διαβήτη η επιδιδυμίτιδα μπορεί να εξελιχθεί σε απόστημα.
Στην περίπτωση αυτή χρειάζεται επειγόντως χειρουργική διάνοιξη.

Επιδιδυμίτιδα – Διάγνωση

Η διάγνωση της επιδιδυμίτιδας γενικά είναι εύκολη λόγω της πολύ χαρακτηριστικής κλινικής εικόνας και συμπτωμάτων. Σε κάποιες περιπτώσεις όμως, ειδικά στο ξεκίνημα της φλεγμονής, μπορεί να υπάρχει δυσκολία διαφοροδιάγνωσης μεταξύ επιδιδυμίτιδας και συστροφής του όρχι. Επιβοηθητικά, στέλνουμε εξετάσεις ούρων ή ουρηθρικού εκκρίματος για την ταυτοποίηση του υπεύθυνου μικροοργανισμού και εξετάσεις αίματος ( γενική αίματος, δείκτες φλεγμονής). Το υπερηχογράφημα οσχέου με Doppler είναι μία πολύ χρήσιμη εξέταση για την επιβεβαίωση της διάγνωσης.

Επιδιδυμίτιδα – Θεραπεία

Η θεραπεία της επιδιδυμίτιδας γίνεται κατά βάση με αντιβιοτικά. Η διάρκεια της αγωγής κυμαίνεται συνήθως από 15 – 30 ημέρες. Υποστηρικτικά μπορούμε να χορηγήσουμε αντιφλεγμονώδη φάρμακα για την ανακούφιση από τον πόνο και το οίδημα, και αντιπυρετικά σε περίπτωση υψηλού πυρετού. Όταν η επιδιδυμίτιδα βρίσκεται στην οξεία φάση συνιστούμε στον ασθενή την κατάκλιση, την αποφυγή παρατεταμένης ορθοστασίας ή σωματικής εργασίας, καθώς και την υποστήριξη του οσχέου με ενισχυμένο σπασουάρ οσχέου που προσφέρει ανακούφιση στον ασθενή.
Με την κατάλληλη αγωγή, τα οξέα συμπτώματα της επιδιδυμίτιδας ( πόνος, πυρετός) υποχωρούν μέσα σε λίγες ημέρες, όμως το οίδημα και η διόγκωση μπορεί να επιμείνουν αρκετά, σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να περάσουν ακόμη και αρκετές εβδομάδες πριν υποχωρήσουν εντελώς.

Επιδιδυμίτιδα – Επιπλοκές

Δημιουργία αποστήματος, υπογονιμότητα, ατροφία όρχεος, χρόνιος πόνος όρχεος, δημιουργία υδροκήλης.

Χρόνια επιδιδυμίτιδα

Η χρόνια επιδιδυμίτιδα προκαλείται συνήθως από επαναλαμβανόμενα επεισόδια επιδιδυμίτιδας. ( υποτροπιάζουσες επιδιδυμίτιδες) . Ο ασθενής παραπονείται συνήθως για χρόνιο, μόνιμο πόνο. Η θεραπεία δεν είναι εύκολη και βασίζεται κυρίως στην αντιβιοτική αγωγή. Σε περιπτώσεις που ο ασθενής δεν ανταποκρίνεται στην αντιβιοτική αγωγή μπορεί να συστηθεί επιδιδυμεκτομή ( αφαίρεση της επιδιδυμίδας) , ή ορχεκτομή σε ηλικιωμένα άτομα.